Η Ψυχή σύμφωνα με τον μύθο, ήταν η μία από τις τρεις κόρες ενός βασιλιά. Λόγω της ομορφιάς της σε αντίθεση με τις άλλες δύο αδελφές της, κανείς δεν τολμούσε να την παντρευτεί.
Πολλοί μάλιστα πίστευαν πως επρόκειτο για μια νέα Αφροδίτη, και αρκετοί άνθρωποι ξεκινούσαν από διάφορα μέρη του κόσμου, για να τη δουν και να της αποδώσουν θεϊκές τιμές. Κάτι που βέβαια στην αρχαία Ελληνική κοσμοαντίληψη αποτελούσε ύβρη, αν και για αυτό δεν ήταν υπεύθυνη η σεμνή Ψυχή. Παρόλα αυτά η Αφροδίτη, δεν μπόρεσε να αντέξει στην ιδέα ότι παραγκωνίζεται από μια κοινή θνητή.
Αποφάσισε λοιπόν να δώσει εντολή στο γιο της, το θεό Έρωτα, να τοξεύσει το βέλος του στην καρδιά της Ψυχής και να την κάνει να ερωτευτεί τον χειρότερο άντρα του κόσμου!
Εν τω μεταξύ, ο πατέρας της Ψυχής, ανήσυχος για την τύχη της κόρης του, απευθύνθηκε στο μαντείο του Απόλλωνα στη Μίλητο, για να μάθει τι έπρεπε να κάνει ώστε επιτέλους να καταφέρει να την παντρέψει.
Σύμφωνα με τον χρησμό έπρεπε να ντύσει την Ψυχή νύφη και να την ανεβάσει στην κορυφή ενός βράχου, εκεί θα ερχόταν και ο γαμπρός που θα ήταν κάποιο τέρας. Πατέρας και κόρη ανέβηκαν στον ψηλό βράχο, όπου περίμενε όμως και o Έρωτας, με σκοπό να εκτελέσει τη διαταγή της μητέρας του Αφροδίτης, βλέποντας όμως την πανέμορφη Ψυχή ταράχτηκε τόσο πολύ, ώστε τρυπήθηκε από τα ίδια του τα βέλη, με αποτέλεσμα να την ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Τότε την πήρε στο ουράνιο παλάτι του, όπου αόρατοι υπηρέτες ικανοποιούσαν κάθε της επιθυμία, πριν ακόμα προλάβει να την σκεφτεί. Τις νύχτες ένας μυστηριώδης αόρατος εραστής ο θεός Έρωτας, πλάγιαζε μαζί της. Η Ψυχή ερωτεύτηκε τον μυστηριώδη άγνωστο, ο οποίος όχι μόνο αρνήθηκε να της αποκαλύψει την αληθινή του μορφή, αλλά της ζήτησε επιτακτικά να του υποσχεθεί πως ούτε εκείνη θα προσπαθούσε ποτέ να ανακαλύψει την ταυτότητα του. Ο καιρός περνούσε και η Ψυχή ζούσε μόνη στο παλάτι απολαμβάνοντας την συντροφιά του ερωμένου της, μόνο όμως κάτω από την προστασία της νύχτας.
Παρόλη της ευτυχίας της όμως, της έλειπαν οι δικοί της. Ζήτησε λοιπόν από τον έρωτα να συναντήσει τις αδελφές της. Ο Έρωτας είχε έντονες αντιρρήσεις γι’ αυτό, τονίζοντας της ότι ήταν επικίνδυνο να μάθουν άνθρωποι από τον έξω κόσμο πως είχε γλιτώσει από τη μοίρα της. Η Ψυχή όμως ήταν αμετάπειστη, και τελικά επισκέφτηκε την οικογένεια της.
Όσο όμως περνούσε η ώρα οι αδελφές της Ψυχής άρχισαν να κυριεύονται από ζήλια, καθώς συνειδητοποιούσαν αυτή που νόμιζαν ως άτυχη αδελφή, είχε σταθεί πολύ πιο τυχερή από εκείνες.
Ζούσε μέσα στον πλούτο και τη χλιδή, μαζί με έναν υπέροχο και γενναιόδωρο αλλά άγνωστο σύζυγο. Όταν αργότερα η ανυποψίαστη Ψυχή έμεινε έγκυος, παρακάλεσε τον Έρωτα να δει και πάλι τις αδελφές της, αφού ήθελε να μοιραστεί τη χαρά της με αγαπημένα της πρόσωπα. Οι αντιρρήσεις του θεού δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα ούτε αυτή τη φορά, και έτσι ο άνεμος Ζέφυρος μετέφερε και πάλι τις δυο αδελφές στο παλάτι. Αυτή την φορά από ζήλια και περιέργεια για τον άγνωστο άντρα της Ψυχής, την έπεισαν ότι θα πρέπει να διαπιστώσει εάν όντως ο άντρας της ήταν εκείνος το τέρας που είχε αναφέρει ο χρησμός του μαντείου του Απόλλωνα. Την συμβούλεψαν λοιπόν το βράδυ που ερχόταν ο άγνωστος να ξαπλώσει δίπλα της, να έκρυβε δίπλα της ένα αναμμένο λυχνάρι, και την ώρα που εκείνος θα κοιμόταν, να φώτιζε το πρόσωπο του για να τον δει. Της έδωσαν επίσης ένα κοφτερό μαχαίρι για να προστατέψει τον εαυτό της, σε περίπτωση που θα βρισκόταν σε κίνδυνο.
Πολλοί μάλιστα πίστευαν πως επρόκειτο για μια νέα Αφροδίτη, και αρκετοί άνθρωποι ξεκινούσαν από διάφορα μέρη του κόσμου, για να τη δουν και να της αποδώσουν θεϊκές τιμές. Κάτι που βέβαια στην αρχαία Ελληνική κοσμοαντίληψη αποτελούσε ύβρη, αν και για αυτό δεν ήταν υπεύθυνη η σεμνή Ψυχή. Παρόλα αυτά η Αφροδίτη, δεν μπόρεσε να αντέξει στην ιδέα ότι παραγκωνίζεται από μια κοινή θνητή.
Αποφάσισε λοιπόν να δώσει εντολή στο γιο της, το θεό Έρωτα, να τοξεύσει το βέλος του στην καρδιά της Ψυχής και να την κάνει να ερωτευτεί τον χειρότερο άντρα του κόσμου!Εν τω μεταξύ, ο πατέρας της Ψυχής, ανήσυχος για την τύχη της κόρης του, απευθύνθηκε στο μαντείο του Απόλλωνα στη Μίλητο, για να μάθει τι έπρεπε να κάνει ώστε επιτέλους να καταφέρει να την παντρέψει.
Σύμφωνα με τον χρησμό έπρεπε να ντύσει την Ψυχή νύφη και να την ανεβάσει στην κορυφή ενός βράχου, εκεί θα ερχόταν και ο γαμπρός που θα ήταν κάποιο τέρας. Πατέρας και κόρη ανέβηκαν στον ψηλό βράχο, όπου περίμενε όμως και o Έρωτας, με σκοπό να εκτελέσει τη διαταγή της μητέρας του Αφροδίτης, βλέποντας όμως την πανέμορφη Ψυχή ταράχτηκε τόσο πολύ, ώστε τρυπήθηκε από τα ίδια του τα βέλη, με αποτέλεσμα να την ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Τότε την πήρε στο ουράνιο παλάτι του, όπου αόρατοι υπηρέτες ικανοποιούσαν κάθε της επιθυμία, πριν ακόμα προλάβει να την σκεφτεί. Τις νύχτες ένας μυστηριώδης αόρατος εραστής ο θεός Έρωτας, πλάγιαζε μαζί της. Η Ψυχή ερωτεύτηκε τον μυστηριώδη άγνωστο, ο οποίος όχι μόνο αρνήθηκε να της αποκαλύψει την αληθινή του μορφή, αλλά της ζήτησε επιτακτικά να του υποσχεθεί πως ούτε εκείνη θα προσπαθούσε ποτέ να ανακαλύψει την ταυτότητα του. Ο καιρός περνούσε και η Ψυχή ζούσε μόνη στο παλάτι απολαμβάνοντας την συντροφιά του ερωμένου της, μόνο όμως κάτω από την προστασία της νύχτας.
Παρόλη της ευτυχίας της όμως, της έλειπαν οι δικοί της. Ζήτησε λοιπόν από τον έρωτα να συναντήσει τις αδελφές της. Ο Έρωτας είχε έντονες αντιρρήσεις γι’ αυτό, τονίζοντας της ότι ήταν επικίνδυνο να μάθουν άνθρωποι από τον έξω κόσμο πως είχε γλιτώσει από τη μοίρα της. Η Ψυχή όμως ήταν αμετάπειστη, και τελικά επισκέφτηκε την οικογένεια της.
Όσο όμως περνούσε η ώρα οι αδελφές της Ψυχής άρχισαν να κυριεύονται από ζήλια, καθώς συνειδητοποιούσαν αυτή που νόμιζαν ως άτυχη αδελφή, είχε σταθεί πολύ πιο τυχερή από εκείνες.
Ζούσε μέσα στον πλούτο και τη χλιδή, μαζί με έναν υπέροχο και γενναιόδωρο αλλά άγνωστο σύζυγο. Όταν αργότερα η ανυποψίαστη Ψυχή έμεινε έγκυος, παρακάλεσε τον Έρωτα να δει και πάλι τις αδελφές της, αφού ήθελε να μοιραστεί τη χαρά της με αγαπημένα της πρόσωπα. Οι αντιρρήσεις του θεού δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα ούτε αυτή τη φορά, και έτσι ο άνεμος Ζέφυρος μετέφερε και πάλι τις δυο αδελφές στο παλάτι. Αυτή την φορά από ζήλια και περιέργεια για τον άγνωστο άντρα της Ψυχής, την έπεισαν ότι θα πρέπει να διαπιστώσει εάν όντως ο άντρας της ήταν εκείνος το τέρας που είχε αναφέρει ο χρησμός του μαντείου του Απόλλωνα. Την συμβούλεψαν λοιπόν το βράδυ που ερχόταν ο άγνωστος να ξαπλώσει δίπλα της, να έκρυβε δίπλα της ένα αναμμένο λυχνάρι, και την ώρα που εκείνος θα κοιμόταν, να φώτιζε το πρόσωπο του για να τον δει. Της έδωσαν επίσης ένα κοφτερό μαχαίρι για να προστατέψει τον εαυτό της, σε περίπτωση που θα βρισκόταν σε κίνδυνο.
Έτσι την επόμενη νύχτα, όταν ο Έρωτας αποκοιμήθηκε πλάι της, η Ψυχή πλησίασε με το λυχνάρι στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο. Σκύβοντας διαπίστωσε ότι ο σύντροφος της, αυτός που όλο εκείνο τον καιρό κοιμόταν μαζί της ήταν ο πανέμορφος θεός Έρωτας. Από την αγωνία της, έκανε μια απότομη κίνηση, με αποτέλεσμα να στάξει καυτό λάδι στο γυμνό του ώμο. Τότε όμως ο Έρωτας ξύπνησε, πέταξε με πόνο μακριά, και δεν ξαναγύρισε ποτέ.Η θεά Αφροδίτη έγινε έξαλλη με την Ψυχή, έστειλε γυναίκες της ακολουθίας της να τη βρουν, και στην συνέχεια την υπέβαλε σε τρομακτικές δοκιμασίες.
Η πρώτη ήταν να διαχωρίσει σε μια μέρα ένα σωρό ανακατεμένους σπόρους από πολλά και διαφορετικά φυτά. Από κριθάρι μέχρι μπιζέλια και από φακές και σπόρους παπαρούνας μέχρι στάρι. Δε θα τα κατάφερνε, αν δεν τη βοηθούσαν τα μυρμήγκια, που λυπήθηκαν την αγαπημένη του θεού Έρωτα.
Η δεύτερη δοκιμασία ήταν να φέρει μια τούφα μαλλί από το χρυσόμαλλο δέρας ενός κοπαδιού άγριων προβάτων με κοφτερά κέρατα και δηλητήριο στο στόμα, που έβοσκαν πίσω από το ορμητικό ποτάμι, στην απόκρημνη κοιλάδα ενός επικίνδυνου δάσους. Στο έργο αυτό τη βοήθησε η Νύμφη Σύριγγα, που είχε μεταμορφωθεί σε καλάμι για να γλιτώσει από τον έρωτα του θεού Πάνα. Της είπε να περιμένει το μεσημέρι, που τα πρόβατα δεν αντέχουν τη ζέστη και κοιμούνται. Τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να μαζέψει τις τούφες από μαλλί που είχαν πιαστεί στα κλαδιά των θάμνων και στις καλαμιές.
Η τρίτη δοκιμασία ήταν ως είθισται, η χειρότερη. Η Ψυχή έπρεπε να φέρει στην Αφροδίτη νερό από μια παγωμένη πηγή που βρισκόταν σε έναν ψηλό, απότομο και γλιστερό βράχο που τον φιλούσαν μερικοί ακοίμητοι δράκοι. Η Ψυχή το κατόρθωσε και αυτό με τη βοήθεια ενός αετού του Δία.
Η Αφροδίτη, αμφισβήτησε τις επιτυχίες της Ψυχής, θεωρώντας ότι δεν οφείλονταν αποκλειστικά στις δικές της προσπάθειες, αλλά κυρίως σε βοήθεια που έλαβε. Γι' αυτό της ανέθεσε ακόμα μια δοκιμασία, πολύ δυσκολότερη από τις προηγούμενες.
Η Ψυχή έπρεπε να πάει στον Κάτω Κόσμο και να ζητήσει από την σύζυγο του Άδη Περσεφόνη, να της δώσει ένα κουτάκι με τη θαυματουργή αλοιφή που χάριζε υπερφυσική ομορφιά. Κάτι που φάνταζε τόσο αδύνατο που η Ψυχή σκέφτηκε να αυτοκτονήσει. Μια μυστηριώδη φωνή όμως, την συμβούλεψε πώς να κατέβει στον Άδη, πώς να δώσει το νόμισμα στον Χάροντα και πώς να καλοπιάσει τον Κέρβερο, καθώς και τον τρόπο για να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών. Επίσης, την προειδοποίησε κατηγορηματικά να μην ανοίξει επ' ουδενί το κουτί που θα της έδινε η Περσεφόνη. Ακολουθώντας τις συμβουλές η αποστολή ήταν επιτυχής αλλά, η Ψυχή άνοιξε το κουτί για να δει το περιεχόμενο του. Δεν πρόλαβε όμως να δει τίποτα, απλώς κοιμήθηκε. Και δεν ήταν ένας απλός ύπνος, ήταν ο ύπνος του θανάτου. Η Ψυχή έμεινε για κάποιο διάστημα κοιμισμένη, όχι όμως για πάντα, όπως έλπιζε η Αφροδίτη.
Ο Έρωτας, παρά τον θυμό του, είχε μετανιώσει για τη σκληρή συμπεριφορά του και έψαχνε να τη βρει. Όταν την βρήκε, την αποδέσμευσε από τα δεσμά του θανάτου. Η Ψυχή έγινε τελικά αθάνατη και αιώνια σύζυγος του Έρωτα, αποκτώντας ένα παιδί, την Ηδονή.
Οι φωτογραφίες απεικονίζουν τα κλασσικά γλυπτά του Antonio Canova "Amour et Psyché"
Ανάρτηση από: Δέσποινα. Μία μικρή συμβολή στο blog.
Ανάρτηση από: Δέσποινα. Μία μικρή συμβολή στο blog.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου